2007-2017: Δέκα χρόνια από την Ανασύσταση της Ιεράς Μητροπόλεως Τριμυθούντος

Στα πλαίσια του Α’ Επιστημονικού Συνεδρίου που πραγματοποιείται στην Κύπρο για τα δέκα χρόνια από την ανασύσταση της Ιεράς Μητροπόλεως Τριμυθούντος, την Πέμπτη 20 Απριλίου 2017, όπου μεταξύ των  ομιλητών ήταν και   ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Κερκύρας, Παξών και Διαποντίων Νήσων κ. Νεκτάριος. Ακολουθεί η ομιλία του Σεβασμιωτάτου :

ΣΠΥΡΙΔΩΝ, ΜΑΚΑΡΙΕ, ΣΟΦΕ

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΣ ΟΔΗΓΟΣ ΣΤΗΝ ΟΔΟ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ

Η Κύπρος και η Κέρκυρα είναι δύο τόποι στους αντίποδες. Η Κύπρος σε σχέση με τον σημερινό ελλαδικό χώρο βρίσκεται στο νοτιανατολικό άκρο. Η Κέρκυρα βρίσκεται στο βορειοδυτικό. Κοινά σημεία των δύο νησιών ο ελληνισμός και η ορθοδοξία. Πρόσωπο που ενώνει και τα δύο ο Άγιος Σπυρίδων. Τέκνο «της νήσου των Αγίων», που είναι η Κύπρος, ο Άγιος Σπυρίδων αναπαύεται στη αρχόντισσα του Ιονίου. Στην Κύπρο έζησε, εκεί αγίασε, αλλά η αγιότητα δεν κλείνεται σ έναν τόπο. Είναι δωρεά Θεού που απλώνεται σε όλη την οικουμένη. Και ο Άγιος είναι η δωρεά του Θεού σε όλη την ανθρωπότητα, καθότι και εκεί όπου δεν υπάρχουν ορθόδοξοι, αλλά ρωμαιοκαθολικοί χριστιανοί, τιμάται ο θαυματουργός Σπυρίδων. Η Κέρκυρα όμως έχει το ακριβό προνόμιο να φυλάσσει το ιερό σκήνωμά του. Να είναι αυτή στην οποία ο Άγιος αναπαύεται, για να στέλνει από τον ναό του την χάρη και την ευλογία της αγιότητας απανταχού της γης.

Στο Απολυτίκιο του αγίου τον χαρακτηρίζουμε με δύο ξεχωριστά επίθετα: «μακάριο»  και «σοφό». Αν αναρωτηθούμε αυτές οι δύο λέξεις τι σημαίνουν για την εποχή μας, θα διαπιστώσουμε ότι η εκκλησιαστική γλώσσα αποτυπώνει ένα αλλιώτικο ήθος. «Σοφός»  για τον κόσμο είναι αυτός ο οποίος έχει γνώσεις, εμπειρίες, γνωρίζει να δίνει καλές συμβουλές, είναι άνθρωπος της γαλήνης και της εμπιστοσύνης. «Μακάριος»  για τον κόσμο είναι αυτός ο οποίος έχει ευτυχήσει. Έχει τα αγαθά που του εξασφαλίζουν αυτάρκεια. Έχει την αποδοχή των πολλών. Έχει πρόσβαση στις ανέσεις και τις ηδονές του βίου. Τον ζηλεύουν οι άλλοι άνθρωποι. Κάνει ανδραγαθήματα. Και τα δύο επίθετα αναφέρονται σε ανθρώπους που θα λέγαμε ότι είναι διάσημοι, ξεχωριστοί.

Για την εκκλησιαστική μας παράδοση όμως, όπως αυτό διαφαίνεται και στο πρόσωπο του Αγίου Σπυρίδωνα, ο «μακάριος»  και ο «σοφός»  είναι δύο χαρακτηρισμοί που κινούνται σε μία άλλη σφαίρα. Πρώτον διότι αποδίδονται σε ανθρώπους που έχουν αυτά χαρακτηριστικά όχι ως αποκτήματα ή προσωπικά χαρίσματα, αλλά ως δοχεία της χάριτος του Θεού. Δεν είναι δηλαδή αυτάρκεις, αλλά αποτυπώνουν την παράδοση της ύπαρξής τους στο έλεος του Θεού, στην κοινωνία με ένα Πρόσωπο το οποίο υπερβαίνει τον χρόνο και τις διαστάσεις της ζωής. Αυτό το πρόσωπο σαρκώθηκε και έτσι μπορούμε να κοινωνήσουμε μαζί Του την αιωνιότητα, αλλά και να ενεργοποιήσουμε κάθε χαρακτηριστικό αυτού που ονομάζουμε «εικόνα Θεού» και το οποίο βρίσκεται ως δωρεά εντός μας. Όμως αυτή η ενεργοποίηση δεν έχει να κάνει μόνο με την δωρεά του Θεού. έγκειται και στο γεγονός ότι οι άνθρωποι που γίνονται φορείς της είναι ενταγμένοι μέσα στην Εκκλησία.

Η Εκκλησία δεν είναι μόνο ένας θεσμικός χώρος. Δεν έχει μόνο ιστορία, ούτε εγκλωβίζεται στην παράδοση των ηθών, των νοοτροπιών, μιας συνέχειας στους αιώνες που έχει τα σύμβολά της και τα πρόσωπα που ξεχωρίζουν. Η Εκκλησία χτίζεται στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας και ταυτόχρονα στην κοινωνία ζώντων και νεκρών με τον Θεό και μεταξύ τους. Επομένως, πέρα από την όποια θεσμική εμφάνιση και παρουσία η Εκκλησία αποτελείται από πρόσωπα στα οποία επαναπαύεται η χάρις του Θεού. Γι’  αυτό και τα επίθετα «μακάριος» και «σοφός» δεν αποδίδονται σε ανθρώπους αυτόνομους, ξεχωριστούς μεν, αλλά που υπάρχουν για το εγώ τους. Αποδίδονται σε εκείνους οι οποίοι μέσα στην ζωή της Εκκλησίας κοινώνησαν τον Θεό και μοιράστηκαν την χάρη και την δωρεά του Αγίου Πνεύματος με τους συνανθρώπους τους, με τα πρόσωπα των άλλων. Και αυτό το μοίρασμα δεν περιορίστηκε στον χρόνο της παρούσας ζωής. Συνεχίζεται και στην αιωνιότητα, διότι οι «μακάριοι»  και «οι σοφοί», του Κυρίου επιτρέποντος, δεν αφήνουν απλώς ιστορικά ίχνη ή μία βιογραφία- συναξάρι για να τους προσεγγίζουμε και να μαθαίνουμε ότι υπήρξαν. Οι «μακάριοι» και οι «σοφοί»  είναι οι ζωντανές παρουσίας, τα ζωντανά Ευαγγέλια στην Εκκλησία, δηλαδή στις καρδιές και την συνείδηση όσων αισθάνονται ότι είναι μέλη του ίδιου σώματος με εκείνους, όσους μεταλαμβάνουν το ίδιο Σώμα και Αίμα Χριστού που και εκείνοι μεταλάμβαναν, σε όσους πιστεύουν ότι οι Άγιοι μπορούν να αλλάξουν τις ζωές μας, όχι γιατί εξασφάλισαν ένα είδος παντοδυναμίας που νικά τον χρόνο, αλλά γιατί η χάρις του Θεού δεν περιορίζεται από την κτιστότητα και την φθαρτότητα της εδώ ζωής.

Οι «μακάριοι» και οι «σοφοί» είναι οι οδηγοί μας στην οδό της Βασιλείας και εκτός του ότι έγιναν οι ίδιοι σημεία της, εκφράζουν με σημεία που συνεχίζουν να κάνουν και σήμερα την πραγματικότητά της. Θαυματούργησαν και θαυματουργούν. Προστάτευσαν και προστατεύουν όσους τους ευλαβούνται. Δεν αποτελούν απλώς θεσμούς για έναν τόπο, όπως το εκκοσμικευμένο πρότυπο θα ήθελε, για να μπορεί να τους αποδομεί κιόλας ή να τους εκμεταλλεύεται υλικά, διακηρύσσοντας ταυτόχρονα τον θρησκευτικό αποχρωματισμό. Ο Άγιος δεν είναι απλώς ο προστάτης μιας πόλης. Είναι η μαρτυρία της Εκκλησίας στους αιώνες και την ίδια στιγμή η απόδειξη ότι η πίστη μας είναι σε Θεό ζώντων και όχι νεκρών.

«Μακάριοι»  ονομάζονται οι άγιοι στην γλώσσα της Εκκλησίας διότι έζησαν την νέα πραγματικότητα των μακαρισμών της Βασιλείας που ο Χριστός έφερε στον κόσμο (Ματθ. 5,3-16, Λουκ. 6, 20-26).

            Μακάριος είναι «ο πτωχός τω πνεύματι», δηλαδή ο ταπεινός.  Είναι ο «πενθών» για τις αμαρτίες τις δικές του και του κόσμου, αυτός που δεν συμβιβάζεται με το κακό, αλλά το αρνείται. Είναι ο «πραύς», αυτός που επιλέγει ως απάντηση στο μίσος και την εκδίκηση του κοσμικού πνεύματος την πραότητα και την καλοσύνη. Είναι «ο πεινών και διψών την δικαιοσύνη», αυτός δηλαδή που βλέπει τον κόσμο όχι με κριτήριο το δίκιο και το δικαίωμα, αλλά την αγάπη, διότι αυτό σημαίνει «θεία δικαιοσύνη», η αγάπη του Θεού προς όλους, αγαθούς και πονηρούς. Είναι ο «ελεήμων», αυτός που δίνει ό,τι έχει και παρακαλεί τον Θεό γι’  αυτό που δεν έχει, ώστε να δοθεί στον πλησίον. Είναι ο «καθαρός τη καρδία», αυτός που έχει φωτιστεί από το Άγιο Πνεύμα, έχει αφήσει κατά μέρος τα πάθη και τον εγωκεντρισμό και κοινωνεί τον Θεό. Είναι «ο ειρηνοποιός», αυτός που βοηθά στην συμφιλίωση των ανθρώπων, με κριτήριο την αλήθεια. Είναι «ο δεδιωγμένος ένεκεν δικαιοσύνης», αυτός δηλαδή ο οποίος υφίσταται διωγμούς και απορρίψεις εξαιτίας της αγάπης του για τον Θεό.  Είναι τέλος, αυτός που «διώχθηκε, συκοφαντήθηκε, υβρίστηκε ένεκεν του Ευαγγελίου», όχι μόνο ενόσω ζούσε, αλλά και μετά θάνατον.

Όλα αυτά τα χαρακτηριστικά τα είχε ο Άγιος Σπυρίδων, ο άγιος της Κύπρου και της Κέρκυρας, ο άγιος όλης της Ορθοδοξίας. Ταπεινός βοσκός αλόγων και ελλόγων προβάτων σε όλη του την ζωή. Δεν εγκατέλειψε τα πρόβατά του, ούτε και στην δόξα του επισκοπικού αξιώματος. Δεν συμβιβάστηκε με το κακό ποτέ. Αφιέρωσε την ζωή του ώστε να απαλύνονται οι συνέπειές του και όλα τα θαύματά του ήταν για να μην πάθει κακό ο πλησίον, όπως επίσης και η διδασκαλία του αποσκοπούσε στην μετάνοια του λαού, ακόμη και των αιρετικών, όπως διεφάνη στην Α’  Οικουμενική Σύνοδο με το θαύμα του κεραμιδιού, με το οποίο ο Άγιος ήθελε να κάνει τον Άρειο να μετανοήσει. Ήταν πράος στην καρδιά. Διαλεγόταν με άλλους και όλοι τον είχαν ως πατέρα τους πνευματικό, διότι στον πράο άνθρωπο συναντούμε αυτό που ονομάζουμε «εμπιστοσύνη». ‘Ήταν άνθρωπος αγάπης και έφτασε στο σημείο να κάνει το φίδι χρυσάφι, να μιλήσει με την νεκρή κόρη του, να σταματήσει το ρεύμα του ποταμού μόνο και μόνο για να προσφέρει αγάπη στους συνανθρώπους του που την είχαν ανάγκη. Ήταν λοιπόν και ελεήμων. Ήταν καθαρός στην καρδιά, γι’ αυτό και συλλειτουργούσε με τους αγγέλους. Το ποίμνιό του τον εξέλεξε επίσκοπο διότι κοντά του έβρισκε ειρήνη και γαλήνη. Και στην εποχή κατά την οποία οι αυτοκράτορες επέλεγαν να ακολουθούν αιρετικές ιδέες, ο άγιος κήρυττε άφοβα μετάνοια, χωρίς να υπολογίζει διωγμούς και δυσκολίες. Αλλά και μετά θάνατον, ιδίως στους καιρούς μας, ο άγιος βιώνει την αμφισβήτηση και την απόρριψη από ομάδες ανθρώπων που θέλοντας να χτυπήσουν την αλήθεια της πίστεως, χωρίς ντροπή, ειρωνεύονται την αφθαρσία του λειψάνου του και το σημείον του ουρανού που είναι η παρουσία του.       

Με αυτά τα χαρακτηριστικά, εκτός της Εκκλησίας και της ζωής της, ο Άγιος δεν θα είχε καμία αναγνώριση από το εκκοσμικευμένο πνεύμα. Πιθανότατα θα θεωρούνταν ένας περιθωριακός άνθρωπος, ο οποίος δεν θα είχε καμία αξία για τον κόσμο, αλλά μόνο για όσους πιστεύουν στον Θεό. Οι πολλοί μάλιστα θα θεωρούσαν τα χαρακτηριστικά της μακαριότητας του Αγίου ως αναχρονισμό. Βλέπουμε όμως ότι για όσους πιστεύουν στον Θεό, τα στοιχεία της ζωής του υπερβαίνουν ως αξίες τον χρόνο, διότι είναι αποδεικτικά ενός ήθους μοναδικού:  αυτού που παρουσιάζει όποιος έχει σχέση με τον Θεό και ζει την εμπειρία της Εκκλησίας.

«Σοφοί» στην γλώσσα της Εκκλησίας ονομάζονται όσοι σηκώνουν τον σταυρό τους και βοηθούν και τους άλλους ανθρώπους να πράξουν το ίδιο. Είναι όσοι γνωρίζουν τον Θεό και μέσα από τα δημιουργήματά Του (η λεγόμενη «φυσική θεωρία») και διά της αγιοπνευματικής εμπειρίας της θεώσεως, δηλαδή της μετοχής στον τρόπο των ακτίστων ενεργειών του Θεού. Είναι αυτοί που πιστεύουν με όλη τους την ύπαρξη και αποκτούν μία τέτοια φώτιση που τους επιτρέπει να διακρίνουν τα του κόσμου όχι για δική τους δόξα, αλλά προς δόξαν Θεού. Είναι όσοι βλέπουν στον κάθε άνθρωπο την εικόνα του Θεού και τον εαυτό τους τον πρώτο των αμαρτωλών.  Είναι, τελικά, όσοι  εις πείσμα των καιρών αποδέχονται τον λόγο του Σταυρού και της Αναστάσεως στις καρδιές τους και τον κάνουν πράξη στην ζωή τους, ακόμη κι αν αυτός φαίνεται μωρία.

Στο πρόσωπο του Αγίου Σπυρίδωνος βλέπουμε την απόλυτη εφαρμογή των λόγων του αποστόλου Παύλου: «γέγραπται γαρ. απολώ την σοφίαν των σοφών, και την σύνεσιν των συνετών αθετήσω. Πού σοφός; πού γραμματεύς; πού συζητητής του αιώνος τούτου; ουχί εμώρανεν ο Θεός την σοφίαν του κόσμου τούτου; επειδή γαρ εν τη σοφία του Θεού ουκ έγνω ο κόσμος δια της σοφίας τον Θεόν, ευδόκησεν ο Θεός δια της μωρίας του κηρύγματος σώσαι τους πιστεύοντας. Επειδή και Ιουδαίοι σημείον αιτούσι και Έλληνες σοφίαν ζητούσιν, ημείς δε κηρύσσομεν Χριστόν εσταυρωμένον, Ιουδαίοις μεν σκάνδαλον, Έλλησι δε μωρίαν, αυτοίς δε τοις κλητοίς, Ιουδαίοις τε και Έλλησι, Χριστόν  Θεού δύναμιν και Θεού σοφίαν. Ότι το μωρόν του Θεού σοφώτερον των ανθρώπων εστί, και το ασθενές του Θεού ισχυρότερον, των ανθρώπων εστί» (Α’ Κορ. 1, 19-25).

Ο άγιος έγινε σοφός γιατί πίστεψε στον Χριστό. Ο Χριστός ήταν η σοφία του και μπορεί ο άγιος να ήταν απλός, «μωρόν και ασθενές του Θεού», αλλά αναδείχτηκε  σοφώτερος από όλη την σοφία των ανθρώπων και ισχυρότερος από όλη την δύναμή τους. Διότι, πιστεύοντας στον Χριστό, ο Άγιος έδωσε απάντηση σε όλα τα μεγάλα ερωτήματα της ζωής. Θεός, άνθρωπος, κόσμος, χρόνος, αιωνιότητα, θάνατος, ανάσταση και ελπίδα περνούν μέσα από την πίστη και την σχέση με τον Εσταυρωμένο και Αναστάντα. Και γι’  αυτό και οι άνθρωποι εμπιστεύονταν τον Άγιο, όχι γιατί ήθελαν την κοσμική του σοφία, αλλά γιατί έβλεπαν και ζούσαν την κατά Θεόν σοφία του. Το ίδιο όμως και οι σπουδαίοι Πατέρες της Εκκλησίας, οι οποίοι συμμετείχαν στην Α’ Οικουμενική Σύνοδοι. Οι μορφωμένοι και σοφοί και κατά κόσμον και κατά Θεόν διατύπωσαν τα δόγματα της πίστης, όμως ο απλός και ταπεινός Σπυρίδων επιβεβαίωσε την ορθότητά τους με το θαύμα του κεραμιδιού.

Στη ζωή της Εκκλησίας δεν προηγούνται οι έννοιες, οι σκέψεις, οι διατυπώσεις της Αλήθειας σε δόγματα, προτάσεις αξιωματικές που γίνονται αποδεκτές από τη συνείδηση του πληρώματος. Προηγείται η Αλήθεια, η οποία γίνεται κατανοητή όταν βιώνεται. Και τα δόγματα δεν είναι τίποτε άλλο παρά η διατύπωση εν λέξεσι, εν εικονίσμασι, εν μυστηρίοις του βιώματος της Αλήθειας. Γι’ αυτό ο Ποιμήν Σπυρίδων, βιώνοντας την Αλήθεια της Τριάδος, διατυπώνει στην απλότητα των υλικών ενός κεραμιδιού (το χώμα, το νερό και η φωτιά που γίνονται ένα) το βίωμά του, που γίνεται δόγμα.

Η Εκκλησία ανά τους αιώνες δεν θα πάψει να καταδεικνύει τους Αγίους ως τα πρότυπα της κατά Χριστόν ζωής. Της μακαριότητας και της σοφίας. Η πρόταση της πίστεώς μας δεν είναι ανθρωποκεντρική, όπως του πολιτισμού μας. Είναι θεανθρωποκεντρική, διότι κέντρο της ζωής και του βιώματός μας είναι ο Χριστός και η σχέση μας μαζί Του. Ο ελλαδικός χώρος ευλογήθηκε στα δύο ακρότατά του, την Κύπρο και την Κέρκυρα,  να έχει ως φυλακτήριο και πρότυπο τον Άγιό μας Σπυρίδωνα και να μας προτρέπει όχι απλώς να τον μιμηθούμε, αλλά να εμπιστευθούμε το ήθος και την ζωή του που ξεπερνούν τον χρόνο του παρόντος κόσμου, εις πείσμα των καιρών μας και της απομακρύνσεως των λέξεων και των εννοιών από την αυθεντική ερμηνεία της παραδόσεώς μας.

Διαβλέποντας λοιπόν τα στοιχεία της αγιότητος, της μακαριότητος και της σοφίας με τα οποία κατακοσμήθηκε ο Άγιός μας, δεν μπορεί παρά να  αναφωνούμε: «Χαίροις αρχιερέων κανών, της Εκκλησίας αδιάσειστον έρεισμα· το κλέος των Ορθοδόξων, η των θαυμάτων πηγή, της αγάπης ρείθρον μη κενούμενον…». «Πράος και κληρονόμος της γης, Συ, των πραέων αληθώς αναδέδειξαι, Σπυρίδων, πατέρων δόξα, ο ταις νευραίς των σοφών και απλών σου λόγων, θεία χάριτι, εχθρόν τον παμπόνηρον και παράφρονα Άρειον εναποπνίξας, και το δόγμα το ένθεον και σωτήριον ανυψώσας εν Πνεύματι…». «Εκ ποιμνίων ώσπερ τον Δαυΐδ, σε αναλαβόμενος ο Πλαστουργός, λογικής ποίμνης έθετο ποιμένα πανάριστον, τη απλότητι και πραότητι λάμποντα και τη ακακία, όσιε, Ποιμήν καλλωπιζόμενον». «Μωυσέως το άπλαστον, Δαυίδ το πράον, Ιώβ του Αυσίτιδος το άμεμπτον κτησάμενος, του Πνεύματος γέγονας κατοικητήριον, μέλπων, Ιερώτατε: Ο ων ευλογημένος και υπερένδοξος». «Σε εξ αλόγου ποίμνης μετήγαγεν εις λογικήν το Πνεύμα, πνευματοφόρε, ως τον Μωσέα και Δαυίδ ων εμιμήσω το πράον, Σπυρίδων, φως οικουμένης»!


Χριστός ανέστη! Αληθώς ανέστη, αδελφοί!